Bιογραφικό

Στο χωριό
Ο Αλφρέδος γεννήθηκε στην Δράμα στις 28.6.1954 ημέρα Δευτέρα. Οι γονείς μας, ο Χρήστος (Τάκης, για τους συγχωριανούς μας) και η Ελένη Κοϊμτσίδου (το γένος Σταύρου Παπαδόπουλου).

Μόνιμη κατοικία μας ήταν το χωριό Καλλίφυτος που απέχει από την πόλη της Δράμας περί τα 6 χιλιόμετρα βορειοανατολικά. Σχετικά πλούσιο καπνοχώρι, εκείνο τον καιρό με περίπου 3.000 μόνιμους κατοίκους, δημοτικό σχολείο, νηπιαγωγείο, σταθμό χωροφυλακής, μουσική μπάντα κλπ.

Ο Αλφρέδος ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας. Πρωτότοκος είναι ο Μπάμπης (του 48), μετά ο υπογράφων (του 51).

Η ζωή μας στο χωριό ήταν μπορώ να πω καλή, χωρίς πλούτη βέβαια αλλά και χωρίς να στερηθούμε τίποτα όσον αφορά την διατροφή μας, το ντύσιμο μας κλπ. Ακούραστη η μάνα μας. Στα χωράφια, στο σπίτι με τρία παιδιά, στο ράψιμο και στο σιδέρωμα να μας έχει πάντα «στην τρίχα». Η οικογένεια μας είχε καπνοχώραφα καθώς επίσης και ένα μπακάλικο που ενίσχυε κάπως το οικογενειακό εισόδημα. Παιχνίδια δεν είχαμε, όπως δεν είχαν σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού. Τα παιχνίδια μας ήταν τα υλικά της φύσης, … πέτρες – ξύλα κλπ.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον μεγαλώναμε. Ο Αλφρέδος πήγε στο νηπιαγωγείο και μετά στο δημοτικό του χωριού αλλά μέχρι και την Δ’ τάξη γιατί το καλοκαίρι του 1964 η οικογένεια μας μετακόμισε για μόνιμη εγκατάσταση στην Καλλιθέα Αθηνών.

Από μικρός ο Αλφρέδος δεν έδειξε να αγαπά τα γράμματα. Που τον έβρισκες – που τον έχανες ήταν του παιχνιδιού και της βόλτας. Μπάνιο στο ποτάμι του χωριού και στην στέρνα (γκιόλα την λέγαμε). Το χειμώνα καθότανε με τις ώρες στο παράθυρο του σπιτιού με ένα σπάγκο στο χέρι. Έβλεπε τις «καπάντζες» που έβαζε. Η καπάντζα ήταν μία σκάφη ή άλλο σχετικό σκεύος, η οποία πατούσε από την μία πλευρά στην γη και από την άλλη ήταν ανασηκωμένη με στήριγμα ένα κομμάτι ξύλο. Κάτω από την σκάφη έβαζε ο Φαίδων (έτσι τον λέγαμε στο χωριό) λίγα άχυρα και πάνω σ’αυτά σκορπισμένο σιτάρι ή ψίχουλα από ψωμί. Τα πεινασμένα πουλάκια, συνήθως σπουργίτια, πήγαιναν για να τσιμπολογήσουν και αυτός μόλις τα έβλεπε κάτω από την καπάντζα του, τράβαγε τον σπάγκο. Βέβαια όλα αυτά συνέβαιναν όταν είχαμε κρύο και χιόνι που δεν ήταν καθόλου σπάνια για το χωριό μας εκείνο τον καιρό.

Έτσι λοιπόν ο Φαίδων στα δέκα του, μαζί με όλη την οικογένεια βρίσκεται στην Καλλιθέα. Για την ιστορία να πούμε ότι η μετακόμιση μας στην μεγάλη πόλη δεν ωφείλετο μόνο στην κακή οικονομική κατάσταση (άδειασμα της επαρχίας για τις Γερμανίες και Αυστραλίες κλπ.) αλλά όσον μας αφορούσε, κυρίως, στην απαλλαγή μας από την μικρή κοινωνία του χωριού, προκειμένου να αποφύγουμε τα κυνηγητά της χωροφυλακής μια και δεν ήμασταν politically correct.


Στην Καλλιθέα Αθηνών
Καλοκαίρι 1964. Στην Καλλιθέα το πρώτο μας σπίτι είναι στην οδό Μεσολογγίου αρ. 5 (κοντά στην Φιλαρέτου). Ο Αλφρέδος πηγαίνει 5η και 6η δημοτικού στο σχολείο που ήταν Δαβάκη και Αριστείδου γωνία (αν θυμάμαι καλά). Ταυτόχρονα από το πρώτο κιόλας καλοκαίρι που βρισκόμαστε στην Αθήνα, όλοι στην οικογένεια δουλεύουμε. Τι κάνει ο Αλφρέδος στα δέκα του ?. Δουλεύει στο κουρείο «Αχιλλέας» και με την βούρτσα καθαρίζει τα ρούχα των πελατών μετά το κούρεμα. Μαζεύει δεκάρες και πενηνταράκια. Κάποτε γίνονται τόσα πολλά στην τσέπη του και εξηγεί στην μάνα του γιατί γέρνει το σώμα του. Προς τα εκεί έχει τα λεφτάκια του. Το κουρείο αυτό δεν ξέρω εάν υπάρχει ακόμα. Ήταν στην οδό Σοφοκλέους αριστερά, πριν από την γωνία με την Σκρά.

Στην καθημερινή βιοπάλη λοιπόν όλοι, ακόμα και εμείς οι δύο μικρότεροι δεν ξέρουμε τι θα πει σχολικές διακοπές Χριστουγέννων και Πάσχα. Δεν μιλάμε φυσικά για τα καλοκαίρια που και αυτά είναι περίοδοι δουλειάς για όλους. 

Πολύ γρήγορα η οικογένεια αποκτά ραδιόφωνο ρεύματος Philips (υπάρχει ακόμα) και εμείς οι νεαροί αρχίζουμε να γινόμαστε γιεγέδες (όσοι είναι κάπως μεγάλοι θα θυμούνται ότι όσοι άκουγαν τότε ξένη μουσική ήταν οι γιε-γιέ-δες). Ακούμε το «Αμερικάνο» που εκπέμπει από το Ελληνικό, το δεύτερο πρόγραμμα, τον Μαστοράκη κλπ. Έτσι ο Αλφρέδος έχει τα πρώτα ακούσματα του από την ξένη μουσική μέσω του ραδιοφώνου. Ταυτόχρονα πηγαίνουμε τις Κυριακές το πρωί στις κινηματογραφικές προβολές του Ετουάλ (στην Λ. Θησέως) και βλέπουμε ξένα έργα με εισιτήριο τρείς δραχμές.

Κάθε Κυριακή πρωί ή μεσημέρι, έρχονται νεανικά συγκροτήματα μοντέρνας μουσικής στον κινηματογράφο Νεράϊδα της οδού Φιλαρέτου. Εκεί δεν θυμάμαι να πήγαμε ποτέ γιατί μάλλον ήταν ακριβά για μας.

Κάποτε ο Αλφρέδος μαθαίνει ότι στην Αθήνα (στο κέντρο) υπάρχει κάτι που λέγεται «βασιλικός κήπος» και ότι εκεί υπάρχουν θαυμαστά πράματα. Πιέζει λοιπόν τους γονείς μας να πάμε. Μη βρίσκοντας ανταπόκριση από τους μεγάλους, πάει μόνος του. Πως πήγε ?
Ακολούθησε τις γραμμές του τρόλεϊ που συνέδεε την Καλλιθέα με την Αθήνα. Κάποιοι του είχανε πει ότι αυτό περνάει μπροστά από τον κήπο. Πήγε μεσημέρι και ο Αλφρέδος ακόμα να φανεί στο σπίτι. Μικροί-μεγάλοι ψάχνουμε στους δρόμους της Καλλιθέας. Το απογευματάκι εμφανίζεται ο καλός σου και μας εξηγεί που ήταν και με τον τρόπο που πήγε και γύρισε. Το είχε βάλει σκοπό να πάει και πήγε. Αυτό το χαρακτηριστικό του ότι δηλαδή έβαζε στόχους και στην συνέχεια τους υλοποιούσε, τον διακρίνει σε όλη του την ζωή.

Τελείωσε το δημοτικό και πήγε στο γυμνάσιο δύο τάξεις. Εκεί σταμάτησε και στην συνέχεια γράφτηκε σε μία τεχνική σχολή για μηχανοτεχνίτης την οποία μάλλον πρέπει να την τελείωσε.

Είναι πια στην εφηβεία. Από την περίοδο αυτή δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Αυτό που θυμάμαι είναι τα καλοκαιρινά ταξίδια του στο χωριό μας (Καλλίφυτο Δράμας). Υπάρχει λόγος σοβαρός …


Με τα ξαδέλφια του Στέλιο, Σταύρο και τον θείο του Λάμπο στο χωριό

Ξεκινάει επίσης ταξίδια στα νησιά τού Αιγαίου. Όταν έγινε η επιστράτευση του 1974, βρισκότανε κάπου σε ένα νησί. Μέρες μετά την επιστράτευση γύρισε στην Αθήνα. Εκεί βρήκε μόνο τους γονείς μας γιατί ο Μπάμπης και εγώ ήμασταν στον στρατό. Αφού λοιπόν είδε ότι δεν είναι άσχημα τα πράματα, ξαναγύρισε στο νησί.


Φαντάρος
Έρχεται ο καιρός να πάει φαντάρος. Παρουσιάζεται στο 10ο ΣΠ (Ρέθυμνο) στις 27.11.1974 με ειδικότητα χειριστής αντιαρματικών εκτοξευτών. Παίρνει μετάθεση στο 224 ΕΤΠ (στην Λήμνο) και απολύεται μετά από περίπου 27-28 μήνες (20 μέρες φυλακή «διότι σκοπός τυγχάνων, εξετέλη πλημελώς τα καθήκοντα του»).

Στην Λήμνο η μονάδα τους ήταν κάπου στην βορειοανατολική πλευρά του νησιού και είχαν την εποπτεία των ακτών. Η θητεία του εκεί πρέπει να ήταν δύσκολη (δεν θυμάμαι τις κουβέντες που είχαμε). Ήταν η περίοδος λίγους μήνες μετά τα γεγονότα στην Κύπρο και την μονάδα αυτή πρέπει να την έκαναν τότε. Που σημαίνει ότι θα έπεσε πολύ δουλεία στους φαντάρους για κτίσιμο φυλακίων, οχυρώσεων κλπ κλπ.

Μετά τον στρατό
Μετά το στρατιωτικό ασχολείται για λίγο χρονικό διάστημα σε διάφορες δουλειές μια από τις οποίες ήταν σε κατάστημα συγγενή μας σαν βοηθός στην κατασκευή τεντών.

Ο Μπάμπης ο οποίος είχε ανοίξει εν τω μεταξύ κατάστημα (κατασκευές τεντών) τον πήρε μαζί του στο μαγαζί και έτσι ο Αλφρέδος έγινε συνέταιρος του Μπάμπη κατά 50%

Προς το τέλος της δεκαετίας του 70 ή αρχές του 80 απέκτησε την πρώτη μεγάλη μηχανή του η οποία ήταν μια BMW R45. Προηγήθηκαν δύο παπάκια Honda. Τότε πρέπει να έγινε μέλος της ΛΕΜΟΤ (Λέσχη Ελλήνων Μοτοσικλετιστών) και μάλιστα αργότερα έμαθα ότι ήταν από τα ιδρυτικά μέλη.

Tώρα μένουμε στην οδό Ευρυδίκης (περιοχή Χαροκόπου της Καλλιθέας) στο τρίτο με ενοίκιο διαμέρισμα. Σε ένα δωμάτιο μένουμε εγώ και ο Αλφρέδος. Είναι αλήθεια ότι εγώ τον έχω στριμώξει πολύ (χωροταξικά) τα τελευταία χρόνια με τα μηχανήματα μου και το γραφείο μου. Δεν του άφηνα «ζωτικό χώρο». Εκεί ακούγαμε με το μεγάλο στερεοφωνικό μας τις επιτυχίες της εποχής. Θυμάμαι ότι λιώσανε τα αυλάκια του The Dark Side of the Moon, Wish You Were Here και πολλών άλλων. Για την κιθάρα και πως την έμαθε, ποια περίοδο κλπ. δεν θυμάμαι τίποτα. Φυσικά δεν πήγε σε ωδείο όπως δεν πήγε και σε ινστιτούτο ξένων γλωσσών για να μάθει Αγγλικά (καλά να είναι τα νησιά).

Μετακομίζουμε στην οδό Σοφοκλέους. Αυτήν την φορά σε δικό μας σπίτι. Μένουμε πάλι μαζί στο ίδιο δωμάτιο και με το ίδιο στρίμωγμα όπως προηγουμένως. Φαίνεται δεν με άντεχε άλλο ή απλά ήθελε την αυτονόμηση και ανεξαρτητοποίηση του και το 1981 εγκαταλείπει το πατρικό μας σπίτι και νοικιάζει ένα διαμέρισμα κοντά στην Αγία Ελεούσα. Έτσι χανόμαστε σχεδόν τελείως. Κατά την διάρκεια της εφηβείας μας αλλά κυρίως μετά από αυτήν δεν κάναμε σχεδόν ποτέ παρέα με τον Αλφρέδο. Οι παρέες μας και τα ενδιαφέροντα μας ήταν διαφορετικά. Όταν έφυγε και από το πατρικό μας, τον έχασα τελείως. Ίσως να είναι δικό μου το φταίξιμο που απομακρυνθήκαμε, δεν ξέρω.

Οι μηχανές του τώρα είναι χιλιάρες και βάζει μπρός τα μεγάλα ταξίδια. Ένα από αυτά ήταν το Β. Ακρωτήριο, μάλλον το 1984, για το οποίο θα διαβάσετε και θα δείτε φωτογραφίες (θα ψάξω να τις βρω) στην ενότητα «ταξίδια» της ιστοσελίδας. Μετά από αυτό το ταξίδι του μου έλεγε ότι έχει σαν στόχο να κάνει με μηχανή την διαδρομή ανατολική ακτή Καναδά – δυτική ακτή – Αλάσκα.

Δεν ξέρω από πότε αρχίζει να ενδιαφέρεται για τα βελάκια και επίσης πόσο καιρό κράτησε αυτή του η ενασχόληση. Μάλλον πρέπει να ήταν καλός γιατί είδα στα προσωπικά του είδη διάφορα μετάλλεiα. Επίσης μου μίλησαν σχετικά και κάποιοι φίλοι του.

Άλλη ενασχόληση του είναι η φωτογραφία. Ασχολείται επίσης και με τα slides που βγάζει στις διάφορες εκδρομές του. Παίρνει προβολέα slides και οθόνη.

Επίσης ασχολείται πολύ με την μουσική. Του αρέσουν οι ξένες μπαλάντες καθώς και το blues. Δεν μένει μόνο στην ακρόαση αλλά παίξει κιθάρα και ταυτόχρονα φυσαρμόνικα. Κάτι σαν τον Bob Dylan που μάλλον του άρεσε πολύ. Του άρεσαν επίσης διάφοροι της δεκαετίας του 70 όπως οι CSN&Y, οι America και πολλοί άλλοι. Αργότερα θα ψιλοασχοληθεί και με τα Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα «δικά» μας, τα Ποντιακά, τα ήξερε και τα χόρευε. Όλοι σας θα ξέρετε ότι τα τελευταία χρόνια έκανε μία φορά την βδομάδα τον DJ σ’ ένα μαγαζί στου Ψυρή. Κάποτε μου ζήτησε να του βρω από στο Internet κάποια κομμάτια τουJools Holland (?) που δεν τα έβρισκε.

Ο Αλφρέδος έφυγε νωρίς, μόλις 54 ετών, στις 2.9.2008. Εκείνο όμως που ήξερα, διαπίστωσα, πληροφορήθηκα είναι ότι έζησε τη ζωή του όπως αυτός την ήθελε. Το carpe diem το έκανε πράξη. Στα προσωπικά του είδη βρήκαμε άπειρες φωτογραφίες (και πιο άπειρα τα CDs). Όποιο φάκελο και αν άνοιξα με φωτογραφίες, είναι από στιγμές διασκέδασης και καλοπέρασης. Τουλάχιστον αυτό απαλύνει λίγο τον πόνο όλων μας.


αρχείο ΛΕΜΟΤ

Ότι δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ, απόδειξη είναι η ιστοσελίδα που βρίσκεσαι αγαπητέ φίλε και φίλη.




Χρόνης Κοϊμτσίδης
1η έκδοση
Νοεμβρίος 2008